ΜΝΗΜΟΝΙΑ

ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ
Γιατί δε σκίσατε τα μνημόνια
και επιλέξατε να γίνετε
η τρίτη Μνημονιακή κυβέρνηση της Χώρας;?:?

Ο αριστερός δεν κολά αφίσες στις κολώνες, αλλά ιδέες στο νου και στις καρδιές των ανθρώπων.

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Ο ψιλοκομμένος καπνός.

ΤΟΥ ΑΝΤ. ΔΡΟΣΟΥ.

Ήταν τότε, μολογάει σήμερα ο Αντώνης Κοτσώτας, που ένα κομμάτι ψωμί όποιος τυχερός το είχε, τον θεωρούσαν προνομιούχο. Αποτελούσε πολύτιμο απόκτημα. Η κατοχή, η φτώχεια, η ταλαιπωρία και τα απρόοπτα πήγαιναν όλα μαζί. Στο χωριό οι περισσότεροι νοικοκυραίοι είχαν το κομμάτι αυτό και το κουμαντάριζαν έτσι, ώστε να τους φτάσει να περάσουν όλο το χρόνο. Εγώ και ο Κουμπούρας (Αλέκος Θεοφάνης) και δεν είχαμε αλλά όλο και κάτι περισσότερο ζητούσαμε. Πεινασμένοι όπως ήμασταν,
αποφασίσαμε να φύγουμε απ’ το χωριό και να πάμε στα καπνοτόπια της Μακρυνείας, στη Γαβαλού, μήπως και βρούμε εκεί τίποτα, που θα μπορούσε, εμάς και τις οικογένειές μας να μας κρατήσει στη ζωή. Στο δρόμο όπως πηγαίναμε πέφτουμε πάνω σε μπλόκο. Προλάβαμε να συνεννοηθούμε με τα μάτια και τα σύμβολα.
-Με ποιους είστε σεις ορέ; Με τον Εθνικό στρατό ή με τον ΕΛΑΣ, μας ρωτάνε.
-Με τον Εθνικό απαντάμε με σιγουριά.
-Φασιστόμουτρα, φωνάζουν!! Θέλουνε και βόλτα τα πουλάκια μου, λέει ένας άλλος!!
Μας περιλαβαίνουν στο ξύλο και όπως ήμασταν ετοιμοθάνατοι από την πείνα, κοντέψαμε να σβήσουμε στα χέρια τους. Κάποια στιγμή, αφού μας σιχτίρισαν και μας διαολόστειλαν, μας άφησαν και φύγαμε.
Μετά από μια περίπου ώρα δρόμο πέφτουμε σε δεύτερο μπλόκο. Τους βλέπουμε και αυτόματα πάλι συνεννοούμαστε.
-Με ποιους είστε ορέ; με τον Εθνικό ή με τον ΕΛΑΣ μας ρωτάνε.
-Με το ΕΛΑΣ είπαμε και οι δυο ανυποψίαστοι.
-Παλιό κομμούνια!! Θα πεθάνετε, φωνάζουν!! και αρχίζει το δεύτερο φοβερό ματσούκι. Βαρούσανε, όπου φτάνανε. Οι μισοί βαρούσανε εμένα και οι άλλοι τον Αλέκο. Ξύλο βρισιές και φωνές, μια κόλαση, ένας χαλασμός!! Κάποια στιγμή, αφού είδαμε πως δεν είχαν σκοπό να σταματήσουν, αρχίσαμε να φεύγουμε. Στις αρχές περπάτημα με γρήγορα βήματα και σιγά-σιγά επιταχύναμε τα βήματά μας, ώσπου στο τέλος το βάλαμε στα πόδια για τα καλά. Τρέχοντας, εμείς μπροστά και αυτοί από κοντά βρίζοντας και δέρνοντας, κάποια στιγμή απόστασαν να δέρνουν και τότε σκορπίσαμε σαν τα παιδιά του λαγού μέσα στα δασωμένα και γλυτώσαμε.
Καταϊδρωμένοι και μαυρισμένοι απ’ το ξύλο καταφέραμε σέρνοντας τα πόδια να φτάσουμε στη Γαβαλού, αλλά εκεί βρήκαμε την πόλη άδεια. Οι κάτοικοι, από το φόβο των Γερμανών, είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους και η πόλη έμοιαζε με νεκροταφείο. Η απόλυτη ερημιά τρόμαζε!! Η πλήρη άγνοια του χώρου φόβιζε. Το γαύγισμα του σκύλου τρόμαζε. Το ξαφνικό φτερούγισμα της κότας στην κούρνια σού ’κοβε την ανάσα κι έβαζε την καρδιά να χτυπά σαν σφυρί στο αμόνι. Σαν τις γάτες, πατώντας στα νύχια, πανάλαφροι, σκελετοί με τις πέτσες κολλημένες στα κόκαλα, άυλες, εξαγνισμένες σκιές, μπήκαμε στο χωριό και κοιτούσαμε να δούμε τι θ’ αρπάξουμε πρώτα να φάμε, για να σταθούμε στα πόδια μας, αλλά και τι θα βρούμε να πάρουμε για να κουβαλήσουμε πίσω στο χωριό. Όλα βλέπεις ήταν στη διάθεση των κατακτητών. Και οι πεινασμένοι σ’ αυτή την πόλη κατακτητές αισθάνονταν. Η πείνα είναι αγράμματη. Δεν ξέρει από ιδιοκτησία και κουραφέξαλα.
Όλα τα σπίτια ήταν δικά μας!! Τα σπίτια των νοικοκυραίων ξεχώριζαν. Ξαφνικά βλέπω απέναντι σ’ ένα σπίτι απλωμένες αρμάθες με καπνό. Σκέφτηκα πως αυτές οι αρμάθες θα μας σώσουν!! Πλησιάζουμε με τρόπο, τις ξεκρεμάμε, τις τυλίγουμε, τις χώνομε στα σακούλια μας και χωρίς να χασομεράμε, για να αποφύγουμε τα μπλόκο, μπαίνουμε στο Φίδαρη και κόβοντας όπου μπορούσαμε μερικά από τα αμέτρητα στριφογυρίσματά του, φτάσαμε κατά τα χαράματα στον Κότσαλο, στο μεγαλύτερο παραπόταμό του, που περνάει κάτω απ’ το χωριό μας. Με τη ζωή κρεμασμένη στα σακούλια, ανηφορήσαμε και κάποια στιγμή επιτέλους μπήκαμε στα σπίτια μας.
Γρήγορα μαθεύτηκε στο χωριό, πως ο Αντώνης και ο Κουμπούρας φέρανε καπνό από τη Μακρυνεία και έρχονταν και μας ζητούσαν. Τον δίναμε με αντάλλαγμα. Εγώ τον έδινα ψιλόκομμένο και εκείνοι μου έδιναν ό,τι είχαν, αλεύρι, φασόλια, φακή, τυρί, γάλα, γιαούρτι και ό,τι άλλο κυρίως φαγώσιμο είχε ο καθένας. Πηγαίναμε και στα γύρω χωριά και μας περίμεναν σαν τον Άϊ-Βασίλη. Ένα ολόκληρο χρόνο ψιλόκοβα καπνό και απ’ αυτόν ζούσαμε. Χαλάλι, έλεγα πολλές φορές και το ξύλο που με φόρτωσαν και οι ταλαιπωρίες που πέρασα μέχρι να τον φέρω στο χωριό.
Ο ψιλοκομμένος καπνός της Μακρυνείας μας κράτησε στη ζωή. Μακάρι νάξερα τίνος ήταν, να πάω να τον βρω, να του ζητήσω συγνώμη, και να του πω για τις ζωές που έσωσε η αρμαθιά του!!
Ίσως ευχαριστηθεί και με συγχωρέσει!!

1 σχόλιο:

Ρένα Λαμνάτου είπε...

ο Αντώνης Δρόσος, αξιολογότατος Παιδαγωγός και
συγγραφέας, παρουσιάζει κείμενα στην εφημερίδα
ΧΟΜΟΡΗ, τα οποία προάγουν
την πατρίδα του, διατηρούν ότι τείνει να εκλείψει
παράγουν παιδεία!"Τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα εύγε" του ανήκουν!